Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

φλεγόμενο "έλα"

















"Τώρα", λες
Κι είναι ξαφνικά..
..Σαν ένας κρότος
μέσα στη νύχτα
που σου καρφώνει
τον εφιάλτη

Γδύνεσαι τη σιωπή
και το τελευταίο
ίχνος των
"μη"
Τώρα -!-, λες
και γυρίζεις την
πλάτη να φύγεις..

Εκεί
σε περιμένω
με θάλασσες φιλιά -

Έπαψα από καιρό
να κανακεύω τους νεκρούς

Μόνο με το
φεγγάρι αγκαλιά
και το χορό σου -
ακριβή παραίσθηση
στις κανίβαλες μέρες μας

Θα σου δώσω ψυχή
χάρισέ μου τ' άρωμά σου

Για 'σένα
που είσαι εδώ
Για ΄μένα
που είμαι εκεί
Για ΄μας
που σπάμε το
φράγμα των
χιλιομέτρων
να περάσουμε
την πλατιά πύλη
την ιερή
του έρωτα

Την πύλη που
καίγεται
με το όνειρό σου -!-..
..Εκείνη που
φλέγεται
με το όραμά μου..

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

οι κουρτίνες




Η μητέρα τα βράδια
γάζωνε κουρτίνες

Όλα τα βράδια
γάζωνε κουρτίνες

Η μητέρα μου
ξαγρυπνούσε
στη "σιγγερ" μηχανή
και
γάζωνε κουρτίνες

Το χάραμα
γέμιζε το σπίτι
σκαμνιά -
πολλά σκαμνιά -
πιο πλατύ
πιο πλατύ
πιο στενό
και πήγαινε λέγοντας

Η μητέρα
κρεμούσε κουρτίνες
πολλές κουρτίνες
τη μια  πίσω απ'
την άλλη -
να κρύψει
έλεγε
τα τριμμένα γυαλιά
στα πατώματα και
στα κρεβάτια μας

Για τη μητέρα μου
σας λέω
που ανέβαινε στα σκαμνιά
κι έφτανε μονολογώντας
κάτω απ' τη σκιά της..

Λοιπόν,
το κρεβάτι μου
είναι πάντα σε θέα περίοπτη
μέσα στις νύχτες
που παίρνω τις
φυλακές μου
μεθυσμένα και γρήγορα
στους τοίχους και
στα πατώματα
με βρώμικα κορίτσια
και αχανή αγόρια
δίχως βυθό
στα άβατα
που παραβιάζεται
η βαθιά φωνή μου

Κι αν πάρω
το μικρόφωνο
είναι που πρέπει
είναι που λέω
και πρέπει
να ρίξω μαχαιριά
να κλωτσήσω
τα σκαμνιά -
κλωτσώ τα σκαμνιά
μετέωρη η σκιά
το μπόι της μητέρας -
της δικιάς μου μητέρας -
για το ξενύχτι της, λέω
και παίρνω τα κελιά
στους τοίχους με τα αίματα
που ερωτεύονται
τα βρώμικα κορίτσια
και τ' αχανή αγόρια
το γυμνό κρεβάτι μου
με την ανάμνηση
των τριμένων γυαλιών -
γρέζια που
ενσωματωθήκαμε
και μάθησή μου
πως να φιλώ
πως ν' αγαπώ
πως να διψώ
τον έρωτα..
πάντα βράδια
γιατί τα πρωινά
κοιμάμαι
κοιμάμαι
και κοιμάμαι
δίχως όνειρα..
Γιατί,
η μητέρα μου
μαγειρεύει γυαλιά
τις άοσμες μέρες μας..

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

απόψε, ακατοίκητα

















Παντελώς ακοίμητος ο δαίμονάς μου -!-
"Απόψε δε θα κατοικηθείς" Μου λέει
και σαρκάζει τις άδεις κυψέλες
των φιλιών μου
Με πήγε μεσάνυχτα
στον ιστό του
"Μείνε να δεις
το θάνατό σου" μου λέει
Κι εκεί σ' ερωτεύτηκα πιο πολύ -
ένα τρυπάνι που σβουρίζει
στο μυαλό μου συνέχεια -
σ' ερωτεύτηκα στα πλάγια
του ήχου τα σφυρίγματα
και με δίχως πετονιά -
με τα χέρια γυμνά -
βούτηξα στο αίμα μου
και ψάρεψα την ανάμνησή σου
Πρόστυχα και χυδαία
καμώματά σου
να γράψω κι άλλες
προσευχές και άγια
στην αποθήκη
που κοιμίζω
το μουσικό κουτί
των ασυναίρετων οργασμών σου
την ώρα που με κάρφωνες
στο πάτωμα των αμαρτιών σου
Εδώ,
στην ύστατη του πόνου κραυγή
έγραψα τη ζωή μου -
θεατρικά και ακατέργαστα -
μανία κι αυτή
να καταπίνω το αίμα
και να ΄χω γιορτή -!-..

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Αντίσταση; Ναι!









Ναι, τα είδα όλα
αυτό τ' απόγευμα -
από το λιντσάρισμα
του χρόνου
στη φύση,
τους ανθρώπους με
τα φίμωτρα,
την κατάρρευση των θεών,
τον ήλιο, που
σφύριζε, τάχα αδιάφορα,
την καρδιά μου
που μετανάστευσε
στο στόμα που
μου κρατούσαν σφραγισμένο..
μέχρι και σένα είδα
που κλεφτά
έψαχνες για το σημάδι
της απόπειρας αυτοχειρίας -
πόσο έπεσες χαμηλά
στο είπα -;-

Μέχρι να
φτάσει το πρωί
ειδικές δυνάμεις στρατού
αιματοκύλισαν
τη Διαδήλωση των Ανθρώπων -
δε νοούνται Δηλώσεις τώρα
δια βοής κι αντάρας -
ούτε δια γραφής
νοούνται συνθήματα

Μέχρι να
φτάσει το πρωί
έψαχνα τις τσέπες
κι ούτε ψίχουλο

μόνο κλωστές
και μόνο κλωστές
και μόνο κλωστές -!-..
Το λεπίδι μου
και μόνο κλωστές
που δεν οδηγούν
πουθενά -
κομμένα νήματα
πολυκαιρισμένα
κακομοίρικα..

Μέχρι να
φτάσει το πρωί
έσφιξα το λεπίδι μου
στη χούφτα
τη δεξιά
ξύπνησα το όνειρό μου
και πήρα τους δρόμους
κομματιάζοντας
νόμους
κομματιάζοντας νόμους
κομματιάζοντας νόμους
που φυλακίζουν
τα βλέμματά μας
που μαχαιρώνουν
τα παιδιά μας
νόμους εξολοθρευτές -
εντολές Ηρώδη
για μαζικές σφαγές-
λόγια του Καϊάφα -
πλένει ξεπλένει
τα χέρια του -
κομματιάζοντας νόμους
που παρανομούν
στη φύση μου
στη φύση μας
Παρανομούν
και αρπάζουν
τα φιλιά μας
Παρανομούν
και σταυρώνουν -!-
Μυριάδες σταυροί
στο χάος βαλμένοι
κάνω τον πόνο δύναμη
κι
αντιστέκομαι
στο κράτος του δήμου
που σάπισε..

"Παιδιά -!-
Να σηκωθούμε
να βγούμε στους δρόμους!!!"

Κι εσύ
μείνε να ... ζεις το ...όνειρό σου...

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Σου μιλάω -!- Κατερίνα, ακούς -;-

Κατερίνα, ο κόσμος δεν άλλαξε ακόμη -!-..

Δεν άλλαξε -!-
Ο κόσμος, λέω,
δεν άλλαξε ακόμη..
Στα φανάρια
ασελγούν στα παιδιά
και τα μαστούρια
πέφτουν -
σπουργίτια -
στο κρύο
του αιώνιου χειμώνα
Κι οι γυναίκες
πωλούνται και νοικιάζονται
Κι οι άντρες
ευνουχίζονται
Αντί για γάλα,
Κατερίνα,
πίνουν χολή τα μωρά
και της χημείας
αδειάζουν τους σωλήνες
στα στομάχια μας
κι εξουσιάζουν τα μυαλά μας
κι η ψυχή μας
κατευθυνόμενη στα αισθήματα -
δολοφόνα έγινε-!-..
Κι εκείνος
που μπήκε νύχτα
στο σπίτι μου
δεν ήταν αυτός που γύρευαν..
Ήταν
ο παγκοσμιοκράτορας
που μου ΄σκισε τις ρίμες

Δεν έχουμε φωνή, Κατερίνα -!-
Μας άδειασαν το στόμα, Κατερίνα -!-
Κι εμείς
μετράμε φραγκοδίφραγκα
να γευματίσουμε
τη μετάλλαξή μας...
Ο κόσμος μας
βουλιάζει, Κατερίνα -!-
Στα σχολιά -
δεν γίναν ακόμη κρυφά -
ο μπάτσος
μεταλλάχτηκε σε βαποράκι
με πλεύσεις
στο αίμα των παιδιών
Και μας πέσανε τα δόντια -
δεν είναι όνειρο, να πεις...Θάνατος..
Είναι το κάθε μέρα
τις ώρες όλες
και λέω:
"Γιατί, ρε, δεν ξυπνάμε ακόμη ;.."

Τώρα,
Κατερίνα,
δε σημαδεύουν το μυαλό,
αυτό το διάλυσαν,
σημαδεύουν τα έμβρυα..

Κι η ιστορία, Κατερίνα,
στην καλύβα του μπάρμπα Θωμά,
φοβήθηκε
κι έκλεισε τις σελίδες της..

Μας κατέχουν, Κατερίνα -!-
Σ' όλα τα δωμάτια του σπιτιού
μας κατέχουν..

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

με βροχή


















Ανάμεσα σε δυο κατακλυσμούς
Να
Με
Σα… Ανάμεσα
σε δυο κατακλυσμούς
γεννήθηκαν οι θάνατοι..

Ανάμεσα σε δυο κατακλυσμούς
γεννήθηκαν οι θάνατοι
..των ανθρώπων

Στον αδιέξοδο παράδρομο
της ζωής
εκεί, ανάμεσα..

Στον κεντρικό δρόμο
Ναι, της Ζωής -!-..
Στον κεντρικό το δρόμο
μποτιλιάρισμα
των παραδείσιων σωμάτων..

Χε!
Στον αδιέξοδο
να τραφώ με λάσπη
και κοπριά
Να χτίσω με της κόλασής μου
το μπετό
το δικό μου παράδεισο
με το μυαλό
να μου ξεφεύγει
για κάτω
να το προφταίνω
να δράσει μοναδικά
εξαιρετικά
αιρετικά
να καθαιρέσει
τα γκέτο
να άρει 
τα φέρετρα των 
ανθρώπων..

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

άγριο μεθύσι















Άγριο μεθύσι απόψε-!-
Στραγγίζω τις φλέβες μου 
στο στόμα -
Πριν με δολοφονήσουν
ξέχασαν να κλέψουν το στιλέτο μου -
μου πήραν μόνο την καρδιά
Τι να τον κάνω το μυ
με τόσα τραγούδια μες 
στις φλέβες -;-
Με τόση θάλασσα
και τόση ηδονή -;-

Είχε αρχίσει από καιρό
να με βαραίνει το κορμί
Με χίλια εξαρτήματα
έπεφτα στη γη
Πως να στερεωθώ
στα δυο μου ξυλοπόδαρα
και πως να εστιάσω
στο κέντρο
του υπερπέραν -;-

Και στάθηκεν άκλιτη
η δολοφονία μου
Οι επίδοξοι
κάπου κοιμήθηκαν
και τους πήραν οι αιώνες -
σ’ ένα κοιμητήρι
πάνω απ’ το ρήγμα του κόσμου-

Τουλάχιστον
έπαψαν να μιλούν
Σε κάθε τους αράδα
κι ένα κάλπικο νόμισμα 
έπεφτε
στο κεφάλι μου –
Κι είχα τόσες θύμησες εκεί -!-..
...που μου χαλούσαν 
τους ήχους τους…

Κι ύστερα -;-..
…Άγριο μεθύσι απόψε
Κι αρχίζω να 
σκαλίζω το ταβάνι μου
τρύπα ν’ ανοίξω να βρω φεγγάρι
Με τόσους πυρετούς -
που μ’ έκαιγαν –
είχε αρχίσει να σκουριάζει -
να καταπίνω μούχλα
δεν ωφελεί…

Κι έτσι, που λες,
που λέω, δηλαδή...
...Ένας χορός με θέα το φεγγάρι -!-