Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019

άτιτλο

έργο του Sue Bryan
Δαρμένη ομίχλη στο μύθο του δέντρου
Στα σπασμένα χνώτα κλαριών
π' αντιστάθηκαν
Στη μνήμη τ' ανέμου
φάλτσα τα σφυρίγματα αμήχανων εαυτών
Με ποιο προσωπείο ζωγράφισα την πάχνη;
Με ποιο προσωπείο με φίλησες στη γη και
πότε σιωπήσαμε γυμνοί στ' αναφιλητό μας;
Έγινα έλκυθρο ενθυμούμενος τη διαχρονία των παιδιών.
Πάντα χειμώνας στα νερά που σαμποτάρουν τα χρώματα
Μια μέρα σε περίμενα κάτω απ' την ομίχλη και
μ' έχασα στο χώμα. Έχουν κρυφτεί τα παιχνίδια και
ποιος να σταθεί και ποιος να κλάψει;
Μα κάθε βράδυ που κανείς δεν χτυπούσε την πόρτα μου
και τρομάζω και
πώς ν' ακούσω την ομίχλη που τρέμει
που σφυράς τους αιώνες
στα τσιμεντένια κορμιά μου;

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2019

Α















 η μάνα μου, κάθε που φεύγει, μιλάει με τα νερά / των υπογείων μου που στρώνω χορό στα προσκέφαλα των μυαλών μου. /
λειαίνει την άβυσσο η μάνα και συνεχίζει να πλένει ασπρόρουχα στην σκάφη της.
κάθε που επιστρέφει μαντάρει τον αιώνα μου / - των δακτύλων μου τις ανάσες με τα πελεκημένα νύχια απ' τις βροχές των ειδώλων μου -
την βλέπω τα βράδια να σφουγγαρίζει το μέτωπό μου / "ν' ακούσεις", μου λέει, "τους αρχαίους μου, να αμβλύνεις την σκληράδα των όψεών σου"
η μάνα μου σκόρπια μετρούσε, αλλά τις μοίρες μου τις έχτισε με την ακρίβεια των θανάτων μου. κι όταν χτίζει η μάνα, μια πληγή μου σφαδάζει στην μάθηση των χνώτων μου.
στην πρώτη μας αγκαλιά, η πρωθιέρεια όρασή της, μου άκουσε την πέτρα και το όνειρο - μέχρι την τρίτη και κάτι λεπτά μπόρεσα να ξεκλειδώσω το αχανές μου, κι έτσι, έλυσα τον γόρδιο των φωνών μου σε αέναη της Μάνας μου Φωτιά._

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

αχανείς οδοιπόροι

 
χαρακωμένη η λάμα
στα τέσσερα
πριν γεννηθώ
με ψύχα φεγγαριού
και σαλεμένα χείλη
στο βυζί του μυαλού
πριν θρηνήσω στην αυλή των ουλών
και στο μίσος των εικόνων
για τις ροές
των ανεμώνων που μπορούν να κρατούν
σε χορούς ιερούς αχανών οδοιπόρων
και στο μάτι του λίθου
που στα πέντε γνωρίζει
με τα νύχια σπαρμένα
στην ορθή φλυαρία σιωπών
των αρχαίων μου ποινών
και το σπάραγμα των σωμάτων μου
εν ώρα υπνοβασίας
κι εν ώρα ακριβούς ανάληψης
στο βαθύ παραμεθόριο
με τη σφαίρα εν πυγμή
και των άκρων μου τη λαθραία στριγκλιά
εν ριπή απόσταξης των ιστοριών μου. - Ευαγγελία Πατεράκη

η φωτογραφία ανήκει στον Νικόλα Πατεράκη


Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

παΡΑγγελιά -!-




Έρχονται -!-
Τους έβλεπα αιώνες με
τραβηγμένα μυαλά στις
αστραπές του χρόνου τους.
Κοιτούσα
ευθείες αισθήσεις μου να
φουρτουνιάζουν γεννώντας
λυγμούς και
δόντια άκομψα στραβά –
οπλικά συστήματα
τεχνολογίας αυτοφυούς σε
παρθενογένεση μάταιης δόξας
Ξερρίζωναν μαλλιά –
φυτά νικηφόρα σε
άγονους πλανήτες 
βιάζοντας, λεηλατώντας αχαμογέλαστα –
στραμμένα εναντίον του
Διός σ’
αραχνοΰφαντες στιγμές
ανθεκτικές στο χρόνο που
ερμηνεύονταν -Πάθος
γιατί
τα χείλη τους έτοιμα για
φιλί –
οιδηματικά ερωτικά να
αγγίξουν το
άφυλο φύλο –
καύση μυστηριακή.
Μέχρι να υγρανθούν τα
μάτια
η πόρνη έσπειρε το
αδιέδοξο και
μέχρι να κοιμηθώ το Παν
οι πουτάνες ρούφηξαν το
νέκταρ μου από
τούνελ εριστικά μου που
εκκολάπτοντο ερωδιοί μου
μέρες και νύχτες απροετοίμαστης
σιωπής – μόνο μ’
εκρήξεις ιαχής που
λάξευα τη ζωή μου.
Τους έβλεπα λοιπόν
και δε με ξαφνιάζουν
τώρα που
έφτασαν – μόνο
μια κράμπα στην
ψυχή απ’
τον αρνητισμό της
συνείδησης να
ιππεύσει τη σύφιλη της
εποχής..
Γι’ αυτό και μόνο
Αναρτώμαι
προκαλώντας το
διάβολο που
βάλλει εντός και
ακατάπαυστα το
άσμα που
αφιέρωσα –
μια κορδέλα ασημιά
στην ερωμένη του
κύκλου μου που
φτηνή μαστούρα μ’
ανοίχτηκε –
ευθεία προσγείωσης και
μόνο  αυτό με
ξεγέλασε
Έτσι
εγκυμονώ καταπέλτη
σιωπή κι
ηλίθια μη στέκεσαι..
οι υπέργηροι τοκετοί
εκτοξεύουν αθανάτους -!-
…Και
 κλείσε ανάγωγε την
πόρτα μου καθώς
θα φεύγεις όπως
κλειστή τη βρήκες και
τη διέρρηξες

Για το
τέλος μου
επιθυμώ τη
γωνιά μου άδεια από
κλοπές και
υποκρίσεις -!-   
Εεε! Χαιρετώ σε -!- με
δίχως το φιλί..

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

στο δικό μας απόψε..

http://duendemagazine.gr/

Απόψε που πέθανα
Μην ασθενείς
Μη θρηνείς
Αναπαύσου
Χωλαίνουν τα δάκρυα
Μηδαμινά μάτια
Δεν ορίζουν
Συγκεχυμένα
Κι απροσάρμοστα στο φως
Πώς να κλάψεις τις
Σκιές -;-
Κι έβρεξα νύχτα
Απόψε
Που πέθανα
Αφού τότε
Θυμήθηκα τα πάντα:
Πώς γνέφουν
Πώς βυζαίνουν τα
Χείλη
Πώς κρεμιέται το όναρ
Σκηνικό των δρώμενων -;-
Πώς τρυγάς (;) θυμήθηκα
Να περιμένω κι άλλο θάνατο
Δίχως κλοπή της σωρού μου
Σωρός αποτσίγαρα
Τσιμέντο
Κι αποσιωπητικά διαδικασίας
Ακριβούς απόδοσης
Της χροιάς μου
Η χροιά σου -ερωτεύσιμη
Μπάντα δειλινού όταν
Λείπει το χάδι
Όταν η επανάσταση μαίνεται
Μέσα στα θολωμένα μυαλά
Στις καντίνες με
Τα λουκάνικα και
Πέρα στις αγορές τις αντιλαϊκές
Που σέρνουν καρότσια άδεια
Τα κοπάδια των λιποθυμισμένων
Ορδών όχλου
Και επαιτών..
Καλλιγραφίες αρνήθηκα
Κι αρνούμαι ντροπή
Στις ατσαλάκωτες μέριμνες
Και στα φρεσκοπλυμένα
Πουκάμισα
Τώρα που πέθανα
Ορώ
Φορώ μακό μαύρο
Και μαύρο τζιν με
Μυρωδιά ονείρωξης
Στην ξενιτιά του
Περιθωρίου μου
Που φυτά ρίζωσα
Τα φριχτά καρφιά σου
Κι όμως, θρηνείς -!-
Και ασθενείς
Ανισορροπείς στα
πταίσματα
Και λες,
Θριαμβεύεις στα
εγκόσμια
Γλύφεις -
Πάλι γλύφεις –
Πτερύγια αεροπλάνων
Που αιμορραγούν
Τους ανέμους..
Σ’  αγαπώ, σου λέω ξανά
Και ξανά προαυλίζεσαι
Με φτηνούς προστάτες

Απόψε που πέθανα μωρό μου
Άσε να σου δείξω
Πώς κάνουν έρωτα οι αθάνατοι
Και πώς αρπάζουν το
Πάτωμά σου οι
Φλόγινες γλώσσες των
κεριών –
Φιλιών που
απόψε νοστάλγησες
Και έσκισες
Την αθανασία..
Εγώ επαναστατώ -!-

Προμηθεύς Πυρφόρος (η πρώτη μου συνεργασία με το περιοδικό ΝΤΟΥεΝΤΕ)

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

κατά τας γραφάς..





















Ακρόαση θαλασσών
Ενώ ίπτανται καράβια
Πάθη θαλασσοπόρων πειρατών
Σε αμφιθέατρα κοράλλια
Νηστικοί δείπνοι
Εφήμερων κι αιωνίων
Σκοτεινών ηρώων
Που δεν κατηγορούν τ’ 
Ανέφικτα
Αλλά ποντάρουν στις 
Προσδοκίες τους
Όταν οι τοίχοι 
Σαλπάρουν σ’ αίμα
Κι οι θεατές αρμένισαν 
Ναυαγοί
Παραμορφωμένοι 
Μάθησης φλεγματικής
Εξουσίας εγκληματικής
Ακρόαση πριν το 
Άκουσμα του πετεινού
Και πρι να λαλήσει 
Το βιβλικό πτηνό
Μέσα στη νύχτα του 
Νυχτερινού σάλτου
Περιθωριοποιημένων
Που ίδρωσαν
Το Χρέος να
Κρατήσουν Ουρανό
Όταν οι άλλοι λάκισαν
Με τεντωμένο δείκτη –
Κάρφωμα κι 
ανευθυνότητά τους –
Ακρόαση θαλασσών
Με τη βαθιά στεντόρεια φωνή
Του Ποσειδώνα
Πως οι δικαστές κατάδικοι
Και ποιος θα τους δικάσει -;-
Όταν τα μάτια παραληρούν
Και η συνείδηση γνωρίζει –
Ο φόβος – προδότης κι
Όνειδος
Μετά τη σταύρωση
Του φωτός…
Γι’ αυτό και μόνο
Οι Δάσκαλοι παίρνουν 
Τις λεωφόρους
Οι φοιτητές τα δίκαννα
Κι οι … άλλοι 
΄Πιασαν τα στενά –
Πόρνες
Για λίγα τάλιρα…
Τεντωμένα αυτιά –
Να τερματίσουν πρώτοι..
Τι αφελείς!.. Να
Τερματίζουν στο τέρμα του
Τέρματος
Όταν οι συντεταγμένες της
Φύσης καταδεικνύουν 
Το άπειρο -!-..
Έι, ψαράδες!!! Μη 
με λησμονάτε
Που κρεμασμένος 
Παραδέρνομαι
Μες στον καιρό!
Πάντα κρεμασμένος γι’
Αυτό και ο πιστός
Ο Φύλακας των Εντολών!..
Κι όταν η ακρόαση τελείωσε
Στο αμφιθέατρο
Κοιμήθηκαν όλοι οι ξενιτεμένοι
Έξω  έγινε ο κατακλυσμός
Κατά τας γραφάς
Εκείνων που
Τρόμαξαν να ξενιτευτούν..

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

παραγωγής διαδικασίες




Να θυμάσαι
Στο ΄χα πει
Όταν ανακυκλώνεσαι
Να θυμάσαι -
Η παρουσία σου
Παραγωγική οσμή
Και χάος
Με εργατοώρες μύριες
Και καρφωμένα δάχτυλα
Απ’ το πασίγνωστο σχέδιο -
Τη μελέτη
Των εσόδων τους -
Πρόβλεψη παράδοξων εαυτών Σου
Προϋπολογισμός
Των αρίστων κατακτήσεών τους

Πού είσαι -;-
Μπορείς ακόμη ν’ ακούς -;-