Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

η διδαχή

















Προκαλούσαν μου
υποσυνείδητη δυσθυμία
οι επισκέψεις σου
Μετά από χρόνια -
κι ό, τι συγκέντρωσα
απ’ τις εποχές εκείνες
να στήσω ώρες ξανά –
μετρώντας χάπια που
ήπια και
σχεδίες που
ναυάγησα
Μετρώντας πατερίτσες
και φαρμακεία..
Τότε,
μετά από
χρόνια κατάλαβα -
Είδα, δηλαδή -
το δωμάτιό μου
που είχε
λιγοστέψει και
θυμήθηκα που
ερχόσουν με
άδεια μάτια που
με λήστευαν και
άδεια
αγκαλιά που
με ψάρευε σ’
εκείνο το
γαλάζιο που
νόμιζα θάλασσά μου
κι ήταν βιτρίνα του
Γκρεμού...
Στη μανία σου δε
τη σαρκοβόρα
πώς να δεις
ότι του Ηφαίστου η
Φωτιά ήταν η
ύπαρξή μου, και
μπορούσα στο
πρώτο το σκίρτημα
των ανέμων, να
ξαναστήσω το
χρονομέτρη του
εαυτού μου -;-..
-Για ΄μένα
μάθημα
Για ΄σένα
πανωλεθρία..
Έχω τώρα
να ενισχύσω την
αχίλλειο πτέρνα μου
και να
διδάξω για
την έπαρση της
Κακίας
στη μυθωδία του
Προμηθέως μου..

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Ακούς -;-












Όταν οι ποιητές στριμώχτηκαν
στην άκρη του κόσμου -
να δουλεύουν καλύτερα
το μελάνι τ' ουρανού -
μπόρεσα να κρατήσω το διάβολο
απ' την άκρη του μυαλού του
Τον κρέμασα σημαία
στο δείχτη μου
κι άρχισα να κατεβαίνω
στην καρδιά της φωτιάς -
εκεί
που το φεγγάρι μονολογεί
με το υπόλοιπο του χρόνου μου
Ρήμαξα το μετέωρό μου βήμα
με το μετέωρο της ύπαρξής μου
πάνω στο γαλάζιο σου βλέμμα ουρανέ
και
τίναξα την ανάσα μου
απ' τη σκόνη
των δρόμων που σεργιάνισε
η φαντασία μου
Φίλησα
τις σπασμένες φωνές των διαβατάρικων -
ασπασμός τελευταίος -
κάτι να πάρω
απ' τη μυρωδιά της ζωής ακόμη
και βάφτισα το βλέμμα μου γεράκι
με τ' ακριβό νερό των πηγών σου
Γεράκι πηγαίνω τώρα
πιο πάνω
κι όλο και πιο κάτω γι' αυτό
εκεί
που σπάνε τα κύματα
και τα κρανία ζητούν κορμί
να δέσουν με το ποίημα
Όμως
η ζωή κυκλοφορεί
στα σκοτεινά υπόγεια
με τα μονωμένα ντουβάρια
- να μη ξεφύγει το δάκρυ
και με δεις πάλι μικρό
...Κι ας μου ΄ταξες βροχές
ν' αστράφτει ο ουρανός
μέσα στη νύχτα

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

στους ήχους της φυσαρμόνικας













Και ζήταγες πάντα να σβήνω τα φώτα να κατεβάζω τα μπαντζούρια - ούτε μια χαραμάδα έλεγες - ούτε καν μια φωνή, μια ζητιάνα ματιά "Εμείς", έλεγες "Κι εσύ θα γίνεις πόνος", έλεγες "μεγάλος" Έγερνα στα τοπία σου, τότε, μετρούσα τους πλανήτες σου
τη σκοτεινή πλευρά της σελήνης σου κατάκτησα, έγδερνες την πλάτη μου με τα ξερά κλαδιά των χειμώνων σου, έχω τα δάκρυα τα παιδικά στις παλάμες μου - μ' αυτά να ξεπλύνω παλεύω, λέω, παλεύω τα χώματα να διώξω, τα αίματα, τον πηλό που ξεράθηκε στην καρδιά μου και βουβή την έκανε κι ασήκωτη, ζεϊμπεκιές χορεύει τα βράδια βαριές κι ίσως τα πιο τρυφερά πατήματά μου στη ζωή, δεν έφυγες ΝΙΩΘΩ
ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ
τρύπησαν τα χέρια μου διαρρέουν όνειρα, τα δένω με την ουρά του χαρταετού που κρατάω στην αποθήκη μου που χαϊδεύω κάθε ξημέρωμα
να πετάξω, θέλω, να πετάξουμε να πετάξω
κάνω σινιάλα στους τρομοκράτες μου κλείνουν το μάτι γι' αυτό...μ' ακούς που τις νύχτες σηκώνομαι, πάντα υπνοβατούσα, εξάλλου,
κάνω έρωτα στις γωνιές αμβλυγώνιου, αφού το γνωρίζεις η γεωμετρία μου έδειχνε όλη την αλήθεια του Κόσμου
ναυπηγώ καράβι δικό μου, απλώνω τη γλώσσα μου κατάστρωμα, τα δάχτυλά μου κατάρτια, ταξιδεύω ωκεανούς
μήπως σου είπα ότι ο Αλέξανδρος έχει πολλές αδερφές στ' ανοιχτά της θαλάσσης; μάθε, μάθε, μάθε, τρικυμίες στο στόμα μου μέσα, τα σάλια παλινδρομούν φουσκώνουν κύματα
φτύνω κατάμουτρα τον ήλιο που ξεσκεπάζει πρόστυχες πόλεις, λες, να κοιμήθηκες μαζί τους, λες να κοιμήθηκα κι είναι η μανία απέραντη;
Κι όμως, εχτές έφυγα από μια ψεύτικη γιορτή, να σώσω μπόρεσα ένα φιλί να πάρω σ' ένα μεγάλο διασκελισμό της νύχτας
ανάμεσα στα πόδια της λαχάνιαζα τα σκοτάδια
γωνία εκατόν είκοσι μοιρών
ξάπλωσα τα δάκρυά μου, την ανάσα μου όλη, να ταχυδρομήσω τις λέξεις μου όλες, να κρατήσω το βιολί απ' το τάστο μη του φύγουν τα φτερά και
ναι;...είσαι εσύ; ο ταχυδρόμος χτύπησε μια φορά
μια φυσαρμόνικα έπαιζε στο πλατύσκαλό σου σκοπούς ανείπωτους, μόνο για δύο και κρεμάλα έπαιζε με λέξεις παιδικές και γι' αυτό δύσκολες
θα βρούμε τα γράμματα πιστεύεις; πιστεύω εις έναν σκοπό άναρχο...φιλώ. σε. όπως εσύ

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Ντίνος Χριστιανόπουλος - Ιθάκη















Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια
η από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,
τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη
με τα χριστιανικά της σωματεία
και την ασφυχτική της ηθική.
Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.
Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο
αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.
Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί
κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας
που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…
Τώρα επιστρέφω με μίαν ύποπτη προσπάθεια
να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω
κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει
την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει
στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει
στους κόλπους του μίαν ασωτία ιδιωτική.
Τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω,
που με κρατάει πάντα μακριά.
Μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω,
τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;
(Από τη συλλογή «Εποχή των ισχνών αγελάδων» )